ξεσυνέρισμα
•
- το να θυμώνεις με κάποιον επειδή υπολογίζεις αυτά που λέει ενώ κανονικά δεν θα έπρεπε (επειδή π.χ. είναι μικρός, βλάκας, ανόητος, ασήμαντος) Βικιλεξικό
- το να ανταγωνίζεσαι κάποιος που δεν είναι αντάξιός σου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσυνέρισμα < ξεσυνερίζομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεσυνέρισμα | ξεσυνερίσματα |
| Γενική | ξεσυνερίσματος | ξεσυνερισμάτων |
| Αιτιατική | ξεσυνέρισμα | ξεσυνερίσματα |
| Κλητική | ξεσυνέρισμα | ξεσυνερίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →