Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεσυνέρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να θυμώνεις με κάποιον επειδή υπολογίζεις αυτά που λέει ενώ κανονικά δεν θα έπρεπε (επειδή π.χ. είναι μικρός, βλάκας, ανόητος, ασήμαντος) Βικιλεξικό
  2. το να ανταγωνίζεσαι κάποιος που δεν είναι αντάξιός σου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεσυνέρισμα < ξεσυνερίζομαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεσυνέρισμαξεσυνερίσματα
Γενικήξεσυνερίσματοςξεσυνερισμάτων
Αιτιατικήξεσυνέρισμαξεσυνερίσματα
Κλητικήξεσυνέρισμαξεσυνερίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →