ξεσυννεφιάζω
•
- για τον ουρανό, καθαρίζω από σύννεφα Βικιλεξικό
- μεταφορικάφτιάχνει η διάθεσή μου, δεν δείχνω στενοχωρημένος ή θυμωμένος πια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεσυννεφιάζω < ξε + συννεφιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεσυννεφιάζω | ξεσυννεφιάζεις | ξεσυννεφιάζει | ξεσυννεφιάζουμε | ξεσυννεφιάζετε | ξεσυννεφιάζουν / ξεσυννεφιάζουνε |
| Παρατατικός | ξεσυννέφιαζα | ξεσυννέφιαζες | ξεσυννέφιαζε | ξεσυννεφιάζαμε | ξεσυννεφιάζατε | ξεσυννέφιαζαν / ξεσυννεφιάζαν / ξεσυννεφιάζανε |
| Αόριστος | ξεσυννέφιασα | ξεσυννέφιασες | ξεσυννέφιασε | ξεσυννεφιάσαμε | ξεσυννεφιάσατε | ξεσυννέφιασαν / ξεσυννεφιάσαν / ξεσυννεφιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεσυννεφιάζω / θα ξεσυννεφιάσω | θα ξεσυννεφιάζεις / θα ξεσυννεφιάσεις | θα ξεσυννεφιάζει / θα ξεσυννεφιάσει | θα ξεσυννεφιάζουμε / θα ξεσυννεφιάσουμε | θα ξεσυννεφιάζετε / θα ξεσυννεφιάσετε | θα ξεσυννεφιάζουν / θα ξεσυννεφιάζουνε / θα ξεσυννεφιάσουν / θα ξεσυννεφιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεσυννεφιάσει | έχεις ξεσυννεφιάσει | έχει ξεσυννεφιάσει | έχουμε ξεσυννεφιάσει | έχετε ξεσυννεφιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεσυννεφιάσει | είχες ξεσυννεφιάσει | είχε ξεσυννεφιάσει | είχαμε ξεσυννεφιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεσυννεφιάσει / να ξεσυννεφιάζω / να ξεσυννεφιάσω | να έχεις ξεσυννεφιάσει / να ξεσυννεφιάζεις / να ξεσυννεφιάσεις | να έχει ξεσυννεφιάσει / να ξεσυννεφιάζει / να ξεσυννεφιάσει | να έχουμε ξεσυννεφιάσει / να ξεσυννεφιάζουμε / να ξεσυννεφιάσουμε | να έχετε ξεσυννεφιάσει / να ξεσυννεφιάζετε / να ξεσυννεφιάσετε | να ξεσυννεφιάζουν / να ξεσυννεφιάζουνε / να ξεσυννεφιάσουν / να ξεσυννεφιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεσυννέφιαζε / ξεσυννέφιασε | — | — | ξεσυννεφιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεσυννεφιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →