Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξετινάζω

ρήμα
•
  1. τινάζω έντονα με σκοπό να καθαρίσω τελείως κάτι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπαίρνω από κάποιον όλα τα λεφτά του Βικιλεξικό
  3. μεταφορικά, (οικείο) ταλαιπωρώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξετινάζω < ξε- + τινάζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξετινάζωξετινάζειςξετινάζειξετινάζουμεξετινάζετεξετινάζουν / ξετινάζουνε
Παρατατικόςξετίναζαξετίναζεςξετίναζεξετινάζαμεξετινάζατεξετίναζαν / ξετινάζαν / ξετινάζανε
Αόριστοςξετίναξαξετίναξεςξετίναξεξετινάξαμεξετινάξατεξετίναξαν / ξετινάξαν / ξετινάξανε
Μέλλονταςθα ξετινάζω / θα ξετινάξωθα ξετινάζεις / θα ξετινάξειςθα ξετινάζει / θα ξετινάξειθα ξετινάζουμε / θα ξετινάξουμεθα ξετινάζετε / θα ξετινάξετεθα ξετινάζουν / θα ξετινάζουνε / θα ξετινάξουν / θα ξετινάξουνε
Παρακείμενοςέχω ξετινάξειέχεις ξετινάξειέχει ξετινάξειέχουμε ξετινάξειέχετε ξετινάξει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξετινάξειείχες ξετινάξειείχε ξετινάξειείχαμε ξετινάξει——
Υποτακτικήνα έχω ξετινάξει / να ξετινάζω / να ξετινάξωνα έχεις ξετινάξει / να ξετινάζεις / να ξετινάξειςνα έχει ξετινάξει / να ξετινάζει / να ξετινάξεινα έχουμε ξετινάξει / να ξετινάζουμε / να ξετινάξουμενα έχετε ξετινάξει / να ξετινάζετε / να ξετινάξετενα ξετινάζουν / να ξετινάζουνε / να ξετινάξουν / να ξετινάξουνε
Προστακτική—ξετίναζε / ξετίναξε——ξετινάζετε / ξετινάξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →