ξετινάζω
•
- τινάζω έντονα με σκοπό να καθαρίσω τελείως κάτι Βικιλεξικό
- μεταφορικάπαίρνω από κάποιον όλα τα λεφτά του Βικιλεξικό
- μεταφορικά, (οικείο) ταλαιπωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξετινάζω < ξε- + τινάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξετινάζω | ξετινάζεις | ξετινάζει | ξετινάζουμε | ξετινάζετε | ξετινάζουν / ξετινάζουνε |
| Παρατατικός | ξετίναζα | ξετίναζες | ξετίναζε | ξετινάζαμε | ξετινάζατε | ξετίναζαν / ξετινάζαν / ξετινάζανε |
| Αόριστος | ξετίναξα | ξετίναξες | ξετίναξε | ξετινάξαμε | ξετινάξατε | ξετίναξαν / ξετινάξαν / ξετινάξανε |
| Μέλλοντας | θα ξετινάζω / θα ξετινάξω | θα ξετινάζεις / θα ξετινάξεις | θα ξετινάζει / θα ξετινάξει | θα ξετινάζουμε / θα ξετινάξουμε | θα ξετινάζετε / θα ξετινάξετε | θα ξετινάζουν / θα ξετινάζουνε / θα ξετινάξουν / θα ξετινάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξετινάξει | έχεις ξετινάξει | έχει ξετινάξει | έχουμε ξετινάξει | έχετε ξετινάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξετινάξει | είχες ξετινάξει | είχε ξετινάξει | είχαμε ξετινάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξετινάξει / να ξετινάζω / να ξετινάξω | να έχεις ξετινάξει / να ξετινάζεις / να ξετινάξεις | να έχει ξετινάξει / να ξετινάζει / να ξετινάξει | να έχουμε ξετινάξει / να ξετινάζουμε / να ξετινάξουμε | να έχετε ξετινάξει / να ξετινάζετε / να ξετινάξετε | να ξετινάζουν / να ξετινάζουνε / να ξετινάξουν / να ξετινάξουνε |
| Προστακτική | — | ξετίναζε / ξετίναξε | — | — | ξετινάζετε / ξετινάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →