ξετρελαίνω
•
- μεταφορικάενθουσιάζω κάποιον, ασκώ γοητεία σε κάποιον Βικιλεξικό
- ειδικότερακάνω κάποιον να νιώσει τόσο παράφορο έρωτα, ώστε να συμπεριφέρεται σαν να έχει χάσει τα λογικά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξετρελαίνω < ξε- + τρελαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξετρελαίνω | ξετρελαίνεις | ξετρελαίνει | ξετρελαίνουμε | ξετρελαίνετε | ξετρελαίνουν / ξετρελαίνουνε |
| Παρατατικός | ξετρέλαινα | ξετρέλαινες | ξετρέλαινε | ξετρελαίναμε | ξετρελαίνατε | ξετρέλαιναν / ξετρελαίναν / ξετρελαίνανε |
| Αόριστος | ξετρέλανα | ξετρέλανες | ξετρέλανε | ξετρελάναμε | ξετρελάνατε | ξετρέλαναν / ξετρελάναν / ξετρελάνανε |
| Μέλλοντας | θα ξετρελάνω / θα ξετρελαίνω | θα ξετρελάνεις / θα ξετρελαίνεις | θα ξετρελάνει / θα ξετρελαίνει | θα ξετρελάνουμε / θα ξετρελαίνουμε | θα ξετρελάνετε / θα ξετρελαίνετε | θα ξετρελάνουν / θα ξετρελάνουνε / θα ξετρελαίνουν / θα ξετρελαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξετρελάνει | έχεις ξετρελάνει | έχει ξετρελάνει | έχουμε ξετρελάνει | έχετε ξετρελάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξετρελάνει | είχες ξετρελάνει | είχε ξετρελάνει | είχαμε ξετρελάνει | είχατε ξετρελάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ξετρελάνει / να ξετρελάνω / να ξετρελαίνω | να έχεις ξετρελάνει / να ξετρελάνεις / να ξετρελαίνεις | να έχει ξετρελάνει / να ξετρελάνει / να ξετρελαίνει | να έχουμε ξετρελάνει / να ξετρελάνουμε / να ξετρελαίνουμε | να έχετε ξετρελάνει / να ξετρελάνετε / να ξετρελαίνετε | να ξετρελάνουν / να ξετρελάνουνε / να ξετρελαίνουν / να ξετρελαίνουνε |
| Προστακτική | — | ξετρέλαινε / ξετρέλανε | — | — | ξετρελάνετε / ξετρελαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →