ξετσίπωμα
•
- η ξετσιπωσιά, η ξεδιαντροπιά, αυτο που δείχνει ότι δεν υπάρχει τσίπα, αξιοπρέπεια, ίχνος φιλότιμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξετσίπωμα < ξετσιπώνομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξετσίπωμα | ξετσιπώματα |
| Γενική | ξετσιπώματος | ξετσιπωμάτων |
| Αιτιατική | ξετσίπωμα | ξετσιπώματα |
| Κλητική | ξετσίπωμα | ξετσιπώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →