ξετυλίγω
•
- εκτυλίσσω, ένα καρούλι, ένα μασούρι, μία κλωστή, ένα νήμα Βικιλεξικό
- ανοίγω μια συσκευασία, ένα δώρο πακεταρισμένο, συσκευασμένο, τυλιγμένο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξετυλίγω < ξε + τυλίγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξετυλίγω | ξετυλίγεις | ξετυλίγει | ξετυλίγουμε | ξετυλίγετε | ξετυλίγουν / ξετυλίγουνε |
| Παρατατικός | ξετύλιγα | ξετύλιγες | ξετύλιγε | ξετυλίγαμε | ξετυλίγατε | ξετυλίγαν / ξετυλίγανε / ξετύλιγαν |
| Αόριστος | ξετύλιξα | ξετύλιξες | ξετύλιξε | ξετυλίξαμε | ξετυλίξατε | ξετυλίξαν / ξετυλίξανε / ξετύλιξαν |
| Μέλλοντας | θα ξετυλίγω / θα ξετυλίξω | θα ξετυλίγεις / θα ξετυλίξεις | θα ξετυλίγει / θα ξετυλίξει | θα ξετυλίγουμε / θα ξετυλίξουμε | θα ξετυλίγετε / θα ξετυλίξετε | θα ξετυλίγουν / θα ξετυλίγουνε / θα ξετυλίξουν / θα ξετυλίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξετυλίξει | έχεις ξετυλίξει | έχει ξετυλίξει | έχουμε ξετυλίξει | έχετε ξετυλίξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξετυλίξει | είχες ξετυλίξει | είχε ξετυλίξει | είχαμε ξετυλίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξετυλίξει / να ξετυλίγω / να ξετυλίξω | να έχεις ξετυλίξει / να ξετυλίγεις / να ξετυλίξεις | να έχει ξετυλίξει / να ξετυλίγει / να ξετυλίξει | να έχουμε ξετυλίξει / να ξετυλίγουμε / να ξετυλίξουμε | να έχετε ξετυλίξει / να ξετυλίγετε / να ξετυλίξετε | να ξετυλίγουν / να ξετυλίγουνε / να ξετυλίξουν / να ξετυλίξουνε |
| Προστακτική | — | ξετύλιγε / ξετύλιξε | — | — | ξετυλίγετε / ξετυλίξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →