Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφεύγω

/kseˈfe.vɣo/ρήμα
•
  1. γλιτώνω από κάτι που μου είναι δυσάρεστο Βικιλεξικό
    • Θέλω να ξεφύγω από τη μονοτονία
    • οι ληστές ξέφυγαν με μια μοστοσικλέτα
    • Ξέφυγαν από την τσιμπίδα της εφορίας
  2. εκτρέπομαι, δε συμφωνώ με τη νόρμα ή με το αναμενόμενο ή με το σωστό Βικιλεξικό
    • Το παιδί έχει ξεφύγει λιγάκι
    • Το ΙΧ ξέφυγε από την πορεία του
    • Συγκεντρωθείτε στο θέμα, γιατί η συζήτηση ξεφεύγει
  3. υπερβαίνω Βικιλεξικό
    • το έργο ξεφεύγει από το στενό πλαίσιο του κλασικού θρίλερ
  4. ξεγλιστράω Βικιλεξικό
    • Μου ξέφυγε μέσα από τα χέρια
    • Μου ξέφυγαν τρία λαθη ενώ το κοίταξα και δεύτερη φορά
  5. εκφέρομαι κατά λάθος Βικιλεξικό
    • Μα πώς του ξέφυγε τέτοια κουβέντα!
    • Μαμά δεν το ήθελα, μου ξέφυγε το μυστικό

Ετυμολογία

ξεφεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεφεύγω < ἐξεφεύγω < από τον αόριστο ἐξέφευγον του αρχαιοελληνικού ρήματος ἐκφεύγω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεφεύγωξεφεύγειςξεφεύγειξεφεύγουμεξεφεύγετεξεφεύγουν / ξεφεύγουνε
Παρατατικόςξέφευγαξέφευγεςξέφευγεξεφεύγαμεξεφεύγατεξέφευγαν / ξεφεύγαν / ξεφεύγανε
Αόριστοςξέφυγαξέφυγεςξέφυγεξεφύγαμεξεφύγατεξέφυγαν / ξεφύγαν / ξεφύγανε
Μέλλονταςθα ξεφεύγω / θα ξεφύγωθα ξεφεύγεις / θα ξεφύγειςθα ξεφεύγει / θα ξεφύγειθα ξεφεύγουμε / θα ξεφύγουμεθα ξεφεύγετε / θα ξεφύγετεθα ξεφεύγουν / θα ξεφεύγουνε / θα ξεφύγουν / θα ξεφύγουνε
Παρακείμενοςέχω ξεφύγειέχεις ξεφύγειέχει ξεφύγειέχουμε ξεφύγειέχετε ξεφύγει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεφύγειείχες ξεφύγειείχε ξεφύγειείχαμε ξεφύγειείχατε ξεφύγει—
Υποτακτικήνα έχω ξεφύγει / να ξεφεύγω / να ξεφύγωνα έχεις ξεφύγει / να ξεφεύγεις / να ξεφύγειςνα έχει ξεφύγει / να ξεφεύγει / να ξεφύγεινα έχουμε ξεφύγει / να ξεφεύγουμε / να ξεφύγουμενα έχετε ξεφύγει / να ξεφεύγετε / να ξεφύγετενα ξεφεύγουν / να ξεφεύγουνε / να ξεφύγουν / να ξεφύγουνε
Προστακτική—ξέφευγε / ξέφυγε——ξεφεύγετε / ξεφύγετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →