ξεφιτιλίζω
•
- βγάζω το φιτίλι, το αφαιρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφιτιλίζω < ξε- + φιτίλ(ι) + -ίζω. Δεν σχετίζεται με το παρώνυμο ξεφτιλίζω, που προέρχεται από την ελληνιστική κοινή ἐξευτελίζω.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφιτιλίζω | ξεφιτιλίζεις | ξεφιτιλίζει | ξεφιτιλίζουμε | ξεφιτιλίζετε | ξεφιτιλίζουν / ξεφιτιλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεφιτίλιζα | ξεφιτίλιζες | ξεφιτίλιζε | ξεφιτιλίζαμε | ξεφιτιλίζατε | ξεφιτίλιζαν / ξεφιτιλίζαν / ξεφιτιλίζανε |
| Αόριστος | ξεφιτίλισα | ξεφιτίλισες | ξεφιτίλισε | ξεφιτιλίσαμε | ξεφιτιλίσατε | ξεφιτίλισαν / ξεφιτιλίσαν / ξεφιτιλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεφιτιλίζω / θα ξεφιτιλίσω | θα ξεφιτιλίζεις / θα ξεφιτιλίσεις | θα ξεφιτιλίζει / θα ξεφιτιλίσει | θα ξεφιτιλίζουμε / θα ξεφιτιλίσουμε | θα ξεφιτιλίζετε / θα ξεφιτιλίσετε | θα ξεφιτιλίζουν / θα ξεφιτιλίζουνε / θα ξεφιτιλίσουν / θα ξεφιτιλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφιτιλίσει | έχεις ξεφιτιλίσει | έχει ξεφιτιλίσει | έχουμε ξεφιτιλίσει | έχετε ξεφιτιλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφιτιλίσει | είχες ξεφιτιλίσει | είχε ξεφιτιλίσει | είχαμε ξεφιτιλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφιτιλίσει / να ξεφιτιλίζω / να ξεφιτιλίσω | να έχεις ξεφιτιλίσει / να ξεφιτιλίζεις / να ξεφιτιλίσεις | να έχει ξεφιτιλίσει / να ξεφιτιλίζει / να ξεφιτιλίσει | να έχουμε ξεφιτιλίσει / να ξεφιτιλίζουμε / να ξεφιτιλίσουμε | να έχετε ξεφιτιλίσει / να ξεφιτιλίζετε / να ξεφιτιλίσετε | να ξεφιτιλίζουν / να ξεφιτιλίζουνε / να ξεφιτιλίσουν / να ξεφιτιλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφιτίλιζε / ξεφιτίλισε | — | — | ξεφιτιλίζετε / ξεφιτιλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →