ξεφλουδίζω
•
- αφαιρώ τη φλούδα από έναν καρπό, συνήθως με το χέρι ή και με τη βοήθεια μαχαιριού Βικιλεξικό
- χάνω κομμάτια από το εξωτερικό μου στρώμα Βικιλεξικό
- κάηκε στον ήλιο και μετά από μερικές μέρες το δέρμα του άρχισε να ξεφλουδίζει
Ετυμολογία
ξεφλουδίζω < ξε- + φλούδα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφλουδίζω | ξεφλουδίζεις | ξεφλουδίζει | ξεφλουδίζουμε | ξεφλουδίζετε | ξεφλουδίζουν / ξεφλουδίζουνε |
| Παρατατικός | ξεφλούδιζα | ξεφλούδιζες | ξεφλούδιζε | ξεφλουδίζαμε | ξεφλουδίζατε | ξεφλουδίζαν / ξεφλουδίζανε / ξεφλούδιζαν |
| Αόριστος | ξεφλούδισα | ξεφλούδισες | ξεφλούδισε | ξεφλουδίσαμε | ξεφλουδίσατε | ξεφλουδίσαν / ξεφλουδίσανε / ξεφλούδισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφλουδίζω / θα ξεφλουδίσω | θα ξεφλουδίζεις / θα ξεφλουδίσεις | θα ξεφλουδίζει / θα ξεφλουδίσει | θα ξεφλουδίζουμε / θα ξεφλουδίσουμε | θα ξεφλουδίζετε / θα ξεφλουδίσετε | θα ξεφλουδίζουν / θα ξεφλουδίζουνε / θα ξεφλουδίσουν / θα ξεφλουδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφλουδίσει | έχεις ξεφλουδίσει | έχει ξεφλουδίσει | έχουμε ξεφλουδίσει | έχετε ξεφλουδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφλουδίσει | είχες ξεφλουδίσει | είχε ξεφλουδίσει | είχαμε ξεφλουδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφλουδίσει / να ξεφλουδίζω / να ξεφλουδίσω | να έχεις ξεφλουδίσει / να ξεφλουδίζεις / να ξεφλουδίσεις | να έχει ξεφλουδίσει / να ξεφλουδίζει / να ξεφλουδίσει | να έχουμε ξεφλουδίσει / να ξεφλουδίζουμε / να ξεφλουδίσουμε | να έχετε ξεφλουδίσει / να ξεφλουδίζετε / να ξεφλουδίσετε | να ξεφλουδίζουν / να ξεφλουδίζουνε / να ξεφλουδίσουν / να ξεφλουδίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφλούδιζε / ξεφλούδισε | — | — | ξεφλουδίζετε / ξεφλουδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →