ξεφλουδισμένος
•
- που έχει καθαριστεί η φλούδα του (συνήθως για φρούτα) Βικιλεξικό
- που έχει φθαρεί η επίστρωσή του (π.χ. ο τοίχος) Βικιλεξικό
- που έχει φθαρεί μια στοιβάδα του δέρματος (ο άνθρωπος που έχει εκτεθεί πολλή ώρα στον ήλιο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφλουδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεφλουδίζω, ξεφλουδίζομαι
Άλλοι τύποι
ξεφλουδισμέναξεφλουδισμένεξεφλουδισμένεςξεφλουδισμένηξεφλουδισμένηςξεφλουδισμένοξεφλουδισμένοιξεφλουδισμένοςξεφλουδισμένουξεφλουδισμένουςξεφλουδισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →