ξεφορτώνομαι
•
- αφαιρώ ένα φορτίο από πάνω μου Βικιλεξικό
- Η μάνα μου την κανάκευε και σβουριζόταν τριγύρω της να της φτιάξει τίλιο. Της φώναζε δυνατά στ' αυτί, αλλά κουφή δεν ήταν. « Θες τίλιο, βάβα Ελενίτσα; Τίλιο λέω, θες;» Η γριά τής έκανε ένα νόημα με το χέρι. «Σάξε ένα τίλιο» μόνο και μόνο για να την ξεφορτωθεί (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
- μεταφορικάβάζω στην άκρη ή πετώ κάποιον ή κάτι ενοχλητικό ή βλαβερό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφορτώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος ξεφορτώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →