ξεφουρνίζω
•
- βγάζω ένα ψητό από το φούρνο Βικιλεξικό
- λέω ένα ψέμα (που το μαγείρεψα, το έψησα προτού το σερβίρω για να το χάψει κάποιος) Βικιλεξικό
- Αυτό το παιδί ξεφουρνίζει τα ψέματα με το κιλό
- αποκαλύπτω κάτι που δίσταζα να πω Βικιλεξικό
- Πές μου τί θὰ κάνεις τὸ ντιράμ . Μοῦ ρίχνει μιά ματιά, σάν νά μέ ζυγιάζει, κι ἄκου τήν καταπληχτική ἀπάντηση πού μοῦ ξεφούρνισε: «Σᾶς ζήτησα ἕνα ντιράμ. Ἐσεῖς μπορεῖτε ν' ἀποφασίσετε ἄν θά μοῦ τό δώσετε ἤ ὄχι. Ὅμως δέν εἶναι ὑποχρεωμένος νά σᾶς πῶ τί θά κάνω.» (Νέα Εστία, τόμος 90, 1971, σελ. 1370)
Ετυμολογία
ξεφουρνίζω < ξε- + φουρνίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφουρνίζω | ξεφουρνίζεις | ξεφουρνίζει | ξεφουρνίζουμε | ξεφουρνίζετε | ξεφουρνίζουν / ξεφουρνίζουνε |
| Παρατατικός | ξεφούρνιζα | ξεφούρνιζες | ξεφούρνιζε | ξεφουρνίζαμε | ξεφουρνίζατε | ξεφουρνίζαν / ξεφουρνίζανε / ξεφούρνιζαν |
| Αόριστος | ξεφούρνισα | ξεφούρνισες | ξεφούρνισε | ξεφουρνίσαμε | ξεφουρνίσατε | ξεφουρνίσαν / ξεφουρνίσανε / ξεφούρνισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφουρνίζω / θα ξεφουρνίσω | θα ξεφουρνίζεις / θα ξεφουρνίσεις | θα ξεφουρνίζει / θα ξεφουρνίσει | θα ξεφουρνίζουμε / θα ξεφουρνίσουμε | θα ξεφουρνίζετε / θα ξεφουρνίσετε | θα ξεφουρνίζουν / θα ξεφουρνίζουνε / θα ξεφουρνίσουν / θα ξεφουρνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφουρνίσει | έχεις ξεφουρνίσει | έχει ξεφουρνίσει | έχουμε ξεφουρνίσει | έχετε ξεφουρνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφουρνίσει | είχες ξεφουρνίσει | είχε ξεφουρνίσει | είχαμε ξεφουρνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφουρνίσει / να ξεφουρνίζω / να ξεφουρνίσω | να έχεις ξεφουρνίσει / να ξεφουρνίζεις / να ξεφουρνίσεις | να έχει ξεφουρνίσει / να ξεφουρνίζει / να ξεφουρνίσει | να έχουμε ξεφουρνίσει / να ξεφουρνίζουμε / να ξεφουρνίσουμε | να έχετε ξεφουρνίσει / να ξεφουρνίζετε / να ξεφουρνίσετε | να ξεφουρνίζουν / να ξεφουρνίζουνε / να ξεφουρνίσουν / να ξεφουρνίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφούρνιζε / ξεφούρνισε | — | — | ξεφουρνίζετε / ξεφουρνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →