Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφραγμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν ξεφράξει, έχουν βγάλει το φράγμα (π.χ. σε οικόπεδο) ή το εμπόδιο (π.χ. σε αγωγό) Βικιλεξικό
  2. ξέφραγος, ελεύθερος για όλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεφραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεφράζω

Άλλοι τύποι

ξεφραγμέναξεφραγμένεξεφραγμένεςξεφραγμένηξεφραγμένηςξεφραγμένοξεφραγμένοιξεφραγμένοςξεφραγμένουξεφραγμένουςξεφραγμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →