ξεφραγμένος
•
- που τον έχουν ξεφράξει, έχουν βγάλει το φράγμα (π.χ. σε οικόπεδο) ή το εμπόδιο (π.χ. σε αγωγό) Βικιλεξικό
- ξέφραγος, ελεύθερος για όλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεφράζω
Άλλοι τύποι
ξεφραγμέναξεφραγμένεξεφραγμένεςξεφραγμένηξεφραγμένηςξεφραγμένοξεφραγμένοιξεφραγμένοςξεφραγμένουξεφραγμένουςξεφραγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →