ξεφτέρια
•
- τα εξαπτέρυγα, τα λάβαρα με τα Σεραφείμ Βικιλεξικό
- για το ξεφτέρι δείτε το αντίστοιχο λήμμα Βικιλεξικό
- το ξεφτέρι στην ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφτέρια < από τις έξη φτερούγες των Σεραφείμ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →