ξεφτιλισμένος
•
- λαϊκότροποεξευτελισμένος, αυτός που έχει ξεφτιλιστεί ή του αξίζει εξευτελισμός Βικιλεξικό
- Εγώ λοιπόν (εδώ και εννιά χρόνια) έχω άτομο με ειδικές ανάγκες μέσα στο σπίτι μου, εσύ ως υπουργός το στέλνεις μια φορά τον μήνα στην ουρά για δυο ολόκληρα μερόνυχτα κι έπειτα λες εμένα ρατσιστή διότι κοροϊδεύω συνειδητά (λόγω μίσους και ρατσισμού) τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Πόσο ξεφτιλισμένος είσαι τελικά ρε Πολάκη; Και πόσο υποκριτής και πόσο άχρηστος ως υπουργός;
Ετυμολογία
ξεφτιλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξεφτιλίζω
Άλλοι τύποι
ξεφτιλισμέναξεφτιλισμένεξεφτιλισμένεςξεφτιλισμένηξεφτιλισμένηςξεφτιλισμένοξεφτιλισμένοιξεφτιλισμένοςξεφτιλισμένουξεφτιλισμένουςξεφτιλισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →