ξεφυλλίζω
•
- ρίχνω μια ματιά σε βιβλίο, περιοδικό κλπ, κοιτάζοντας μερικές μόνο σελίδες στα γρήγορα Βικιλεξικό
- Στέκω οραματισμένη και πιστεύω. / Δεν ξέρω τι πιστεύω. Ξεφυλλίζω / τα ποιήματά σου κι’ όλο μεσιτεύω. (Μαρία Πολυδούρη, Με της σιωπής τα κρίνα..., από τη συλλογή «Οι Τρίλλιες που Σβήνουν»)
- αφαιρώ τα φύλλα από ένα φυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφυλλίζω < μεσαιωνική ελληνική ἐξεφύλλισα αόριστος του επίσης μεσαιωνικού ἐκφυλλίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφυλλίζω | ξεφυλλίζεις | ξεφυλλίζει | ξεφυλλίζουμε | ξεφυλλίζετε | ξεφυλλίζουν / ξεφυλλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεφύλλιζα | ξεφύλλιζες | ξεφύλλιζε | ξεφυλλίζαμε | ξεφυλλίζατε | ξεφυλλίζαν / ξεφυλλίζανε / ξεφύλλιζαν |
| Αόριστος | ξεφύλλισα | ξεφύλλισες | ξεφύλλισε | ξεφυλλίσαμε | ξεφυλλίσατε | ξεφυλλίσαν / ξεφυλλίσανε / ξεφύλλισαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφυλλίζω / θα ξεφυλλίσω | θα ξεφυλλίζεις / θα ξεφυλλίσεις | θα ξεφυλλίζει / θα ξεφυλλίσει | θα ξεφυλλίζουμε / θα ξεφυλλίσουμε | θα ξεφυλλίζετε / θα ξεφυλλίσετε | θα ξεφυλλίζουν / θα ξεφυλλίζουνε / θα ξεφυλλίσουν / θα ξεφυλλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφυλλίσει | έχεις ξεφυλλίσει | έχει ξεφυλλίσει | έχουμε ξεφυλλίσει | έχετε ξεφυλλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφυλλίσει | είχες ξεφυλλίσει | είχε ξεφυλλίσει | είχαμε ξεφυλλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζω / να ξεφυλλίσω | να έχεις ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζεις / να ξεφυλλίσεις | να έχει ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζει / να ξεφυλλίσει | να έχουμε ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζουμε / να ξεφυλλίσουμε | να έχετε ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζετε / να ξεφυλλίσετε | να ξεφυλλίζουν / να ξεφυλλίζουνε / να ξεφυλλίσουν / να ξεφυλλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεφύλλιζε / ξεφύλλισε | — | — | ξεφυλλίζετε / ξεφυλλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →