Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφυλλίζω

/kse.fiˈli.zo/ρήμα
•
  1. ρίχνω μια ματιά σε βιβλίο, περιοδικό κλπ, κοιτάζοντας μερικές μόνο σελίδες στα γρήγορα Βικιλεξικό
    • Στέκω οραματισμένη και πιστεύω. / Δεν ξέρω τι πιστεύω. Ξεφυλλίζω / τα ποιήματά σου κι’ όλο μεσιτεύω. (Μαρία Πολυδούρη, Με της σιωπής τα κρίνα..., από τη συλλογή «Οι Τρίλλιες που Σβήνουν»)
  2. αφαιρώ τα φύλλα από ένα φυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεφυλλίζω < μεσαιωνική ελληνική ἐξεφύλλισα αόριστος του επίσης μεσαιωνικού ἐκφυλλίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεφυλλίζωξεφυλλίζειςξεφυλλίζειξεφυλλίζουμεξεφυλλίζετεξεφυλλίζουν / ξεφυλλίζουνε
Παρατατικόςξεφύλλιζαξεφύλλιζεςξεφύλλιζεξεφυλλίζαμεξεφυλλίζατεξεφυλλίζαν / ξεφυλλίζανε / ξεφύλλιζαν
Αόριστοςξεφύλλισαξεφύλλισεςξεφύλλισεξεφυλλίσαμεξεφυλλίσατεξεφυλλίσαν / ξεφυλλίσανε / ξεφύλλισαν
Μέλλονταςθα ξεφυλλίζω / θα ξεφυλλίσωθα ξεφυλλίζεις / θα ξεφυλλίσειςθα ξεφυλλίζει / θα ξεφυλλίσειθα ξεφυλλίζουμε / θα ξεφυλλίσουμεθα ξεφυλλίζετε / θα ξεφυλλίσετεθα ξεφυλλίζουν / θα ξεφυλλίζουνε / θα ξεφυλλίσουν / θα ξεφυλλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεφυλλίσειέχεις ξεφυλλίσειέχει ξεφυλλίσειέχουμε ξεφυλλίσειέχετε ξεφυλλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεφυλλίσειείχες ξεφυλλίσειείχε ξεφυλλίσειείχαμε ξεφυλλίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζω / να ξεφυλλίσωνα έχεις ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζεις / να ξεφυλλίσειςνα έχει ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζει / να ξεφυλλίσεινα έχουμε ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζουμε / να ξεφυλλίσουμενα έχετε ξεφυλλίσει / να ξεφυλλίζετε / να ξεφυλλίσετενα ξεφυλλίζουν / να ξεφυλλίζουνε / να ξεφυλλίσουν / να ξεφυλλίσουνε
Προστακτική—ξεφύλλιζε / ξεφύλλισε——ξεφυλλίζετε / ξεφυλλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →