Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεφυσάω

/kse.fiˈsa.o/ρήμα
•
  1. εκπνέω με δύναμη και θόρυβο, για να δηλώσω αγανάκτηση, δυσανασχέτηση, κούραση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεφυσάω < ξεφυσ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ξεφυσῶ < αρχαία ελληνική ἐκφυσῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκφυσόω < με ἐκ- > ξε- + φυσάω / φυσῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pu- (φυσώ, φουσκώνω)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεφυσάω / ξεφυσώξεφυσάςξεφυσά / ξεφυσάειξεφυσάμε / ξεφυσούμεξεφυσάτεξεφυσάν / ξεφυσάνε / ξεφυσούν / ξεφυσούνε
Παρατατικόςξεφυσούσαξεφυσούσεςξεφυσούσεξεφυσούσαμεξεφυσούσατεξεφυσούσαν / ξεφυσούσανε
Αόριστοςξεφύσησαξεφύσησεςξεφύσησεξεφυσήσαμεξεφυσήσατεξεφυσήσαν / ξεφυσήσανε / ξεφύσησαν
Μέλλονταςθα ξεφυσάω / θα ξεφυσήσω / θα ξεφυσώθα ξεφυσάς / θα ξεφυσήσειςθα ξεφυσά / θα ξεφυσάει / θα ξεφυσήσειθα ξεφυσάμε / θα ξεφυσήσουμε / θα ξεφυσούμεθα ξεφυσάτε / θα ξεφυσήσετεθα ξεφυσάν / θα ξεφυσάνε / θα ξεφυσήσουν / θα ξεφυσήσουνε / θα ξεφυσούν / θα ξεφυσούνε
Παρακείμενοςέχω ξεφυσήσειέχεις ξεφυσήσει————
Υπερσυντέλικοςείχα ξεφυσήσει—————
Υποτακτικήνα έχω ξεφυσήσει / να ξεφυσάω / να ξεφυσήσω / να ξεφυσώνα έχεις ξεφυσήσει / να ξεφυσάς / να ξεφυσήσειςνα ξεφυσά / να ξεφυσάει / να ξεφυσήσεινα ξεφυσάμε / να ξεφυσήσουμε / να ξεφυσούμενα ξεφυσάτε / να ξεφυσήσετενα ξεφυσάν / να ξεφυσάνε / να ξεφυσήσουν / να ξεφυσήσουνε / να ξεφυσούν / να ξεφυσούνε
Προστακτική—ξεφύσα / ξεφύσαγε / ξεφύσησε——ξεφυσάτε / ξεφυσήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →