ξεφυσάω
•
- εκπνέω με δύναμη και θόρυβο, για να δηλώσω αγανάκτηση, δυσανασχέτηση, κούραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφυσάω < ξεφυσ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < κληρονομημένο από τη μεσαιωνική ελληνική ξεφυσῶ < αρχαία ελληνική ἐκφυσῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκφυσόω < με ἐκ- > ξε- + φυσάω / φυσῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pu- (φυσώ, φουσκώνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεφυσάω / ξεφυσώ | ξεφυσάς | ξεφυσά / ξεφυσάει | ξεφυσάμε / ξεφυσούμε | ξεφυσάτε | ξεφυσάν / ξεφυσάνε / ξεφυσούν / ξεφυσούνε |
| Παρατατικός | ξεφυσούσα | ξεφυσούσες | ξεφυσούσε | ξεφυσούσαμε | ξεφυσούσατε | ξεφυσούσαν / ξεφυσούσανε |
| Αόριστος | ξεφύσησα | ξεφύσησες | ξεφύσησε | ξεφυσήσαμε | ξεφυσήσατε | ξεφυσήσαν / ξεφυσήσανε / ξεφύσησαν |
| Μέλλοντας | θα ξεφυσάω / θα ξεφυσήσω / θα ξεφυσώ | θα ξεφυσάς / θα ξεφυσήσεις | θα ξεφυσά / θα ξεφυσάει / θα ξεφυσήσει | θα ξεφυσάμε / θα ξεφυσήσουμε / θα ξεφυσούμε | θα ξεφυσάτε / θα ξεφυσήσετε | θα ξεφυσάν / θα ξεφυσάνε / θα ξεφυσήσουν / θα ξεφυσήσουνε / θα ξεφυσούν / θα ξεφυσούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεφυσήσει | έχεις ξεφυσήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεφυσήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεφυσήσει / να ξεφυσάω / να ξεφυσήσω / να ξεφυσώ | να έχεις ξεφυσήσει / να ξεφυσάς / να ξεφυσήσεις | να ξεφυσά / να ξεφυσάει / να ξεφυσήσει | να ξεφυσάμε / να ξεφυσήσουμε / να ξεφυσούμε | να ξεφυσάτε / να ξεφυσήσετε | να ξεφυσάν / να ξεφυσάνε / να ξεφυσήσουν / να ξεφυσήσουνε / να ξεφυσούν / να ξεφυσούνε |
| Προστακτική | — | ξεφύσα / ξεφύσαγε / ξεφύσησε | — | — | ξεφυσάτε / ξεφυσήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →