ξεφύλλισμα
•
- το γύρισμα των σελίδων ενός εντύπου Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο επίπολαιο και αδιάφορο διάβασμα εντύπου, περιοδικού, εφημερίδας ή και βιβλίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεφύλλισμα < ξεφυλλίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεφύλλισμα | ξεφυλλίσματα |
| Γενική | ξεφυλλίσματος | ξεφυλλισμάτων |
| Αιτιατική | ξεφύλλισμα | ξεφυλλίσματα |
| Κλητική | ξεφύλλισμα | ξεφυλλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →