ξεχαρβαλώνω
•
- χαλάω ή εξαρθρώνω το μηχανισμό κάποιου εξαρτήματος και κατ' επέκταση του μηχανήματος ή του αντικειμένου στο οποίο χρησιμοποιείται Βικιλεξικό
- είναι τόσο άγαρμπος σε όλες του τις κινήσεις που έχει ξεχαρβαλώσει όλα τα συρτάρια
- συνεκδοχικάαποδιοργανώνω, απορρυθμίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχαρβαλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεχαρβαλώνω < ξε- + χαρβαλώνω < χάρβαλ(ο) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχαρβαλώνω | ξεχαρβαλώνεις | ξεχαρβαλώνει | ξεχαρβαλώνουμε | ξεχαρβαλώνετε | ξεχαρβαλώνουν / ξεχαρβαλώνουνε |
| Παρατατικός | ξεχαρβάλωνα | ξεχαρβάλωνες | ξεχαρβάλωνε | ξεχαρβαλώναμε | ξεχαρβαλώνατε | ξεχαρβάλωναν / ξεχαρβαλώναν / ξεχαρβαλώνανε |
| Αόριστος | ξεχαρβάλωσα | ξεχαρβάλωσες | ξεχαρβάλωσε | ξεχαρβαλώσαμε | ξεχαρβαλώσατε | ξεχαρβάλωσαν / ξεχαρβαλώσαν / ξεχαρβαλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχαρβαλώνω / θα ξεχαρβαλώσω | θα ξεχαρβαλώνεις / θα ξεχαρβαλώσεις | θα ξεχαρβαλώνει / θα ξεχαρβαλώσει | θα ξεχαρβαλώνουμε / θα ξεχαρβαλώσουμε | θα ξεχαρβαλώνετε / θα ξεχαρβαλώσετε | θα ξεχαρβαλώνουν / θα ξεχαρβαλώνουνε / θα ξεχαρβαλώσουν / θα ξεχαρβαλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχαρβαλώσει | έχεις ξεχαρβαλώσει | έχει ξεχαρβαλώσει | έχουμε ξεχαρβαλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχαρβαλώσει | είχες ξεχαρβαλώσει | είχε ξεχαρβαλώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχαρβαλώσει / να ξεχαρβαλώνω / να ξεχαρβαλώσω | να έχεις ξεχαρβαλώσει / να ξεχαρβαλώνεις / να ξεχαρβαλώσεις | να έχει ξεχαρβαλώσει / να ξεχαρβαλώνει / να ξεχαρβαλώσει | να έχουμε ξεχαρβαλώσει / να ξεχαρβαλώνουμε / να ξεχαρβαλώσουμε | να ξεχαρβαλώνετε / να ξεχαρβαλώσετε | να ξεχαρβαλώνουν / να ξεχαρβαλώνουνε / να ξεχαρβαλώσουν / να ξεχαρβαλώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχαρβάλωνε / ξεχαρβάλωσε | — | — | ξεχαρβαλώνετε / ξεχαρβαλώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεχαρβαλώθηκαξεχαρβαλώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →