Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεχασμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν ξεχάσει Βικιλεξικό
    • Ξεχασμένοι οι τελευταίοι Κουταλιανοί της Αθήνας, σε ένα υπόγειο πέθανε μετά από τροχαίο ο Τζιμ Αρμάου και τώρα ο θρυλικός Σαμψών, ο Γιάννης Κεσκιλίδης, ξεχασμένος χωρίς σύνταξη και φάρμακα στα 85 του χρόνια'
  2. που είναι αφηρημένος, ξεχνάει, σαν χαμένος Βικιλεξικό
    • Ο Παπα-Παρθένης έμεινε στην ανοικτή πόρτα, σα ξεχασμένος, κυττάζοντας στο υγρό σκοτάδι, με μια βαθειά μελαγχολία (Παύλος Νιρβάνας, "Το συναξάρι του Παπα-Παρθένη κι άλλες νησιώτικες ιστορίες", 1915)

Ετυμολογία

ξεχασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεχνάω / ξεχνώ, ξεχνιέμαι

Άλλοι τύποι

ξεχασμέναξεχασμένεξεχασμένεςξεχασμένηξεχασμένηςξεχασμένοξεχασμένοιξεχασμένοςξεχασμένουξεχασμένουςξεχασμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →