Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεχείλισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η υπερχείλιση υγρών από το χείλος ενός σκεύους ή από τις κοίτες ποταμών, λιμνών Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη πλημμύρα αισθημάτων, η ένταση που ξεπερνά ένα όριο Βικιλεξικό
    • Ξεχείλισμα της δικής του λύπης, της μοναξιάς, της απελπισίας του. Έσφιξε το αγαπημένο κεφάλι μέσα στα χέρια του... (Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου, του Δημ. Χατζή)

Ετυμολογία

ξεχείλισμα < ξεχειλίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεχείλισμαξεχειλίσματα
Γενικήξεχειλίσματοςξεχειλισμάτων
Αιτιατικήξεχείλισμαξεχειλίσματα
Κλητικήξεχείλισμαξεχειλίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →