ξεχείλισμα
•
- η υπερχείλιση υγρών από το χείλος ενός σκεύους ή από τις κοίτες ποταμών, λιμνών Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη πλημμύρα αισθημάτων, η ένταση που ξεπερνά ένα όριο Βικιλεξικό
- Ξεχείλισμα της δικής του λύπης, της μοναξιάς, της απελπισίας του. Έσφιξε το αγαπημένο κεφάλι μέσα στα χέρια του... (Η τελευταία αρκούδα της Πίνδου, του Δημ. Χατζή)
Ετυμολογία
ξεχείλισμα < ξεχειλίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεχείλισμα | ξεχειλίσματα |
| Γενική | ξεχειλίσματος | ξεχειλισμάτων |
| Αιτιατική | ξεχείλισμα | ξεχειλίσματα |
| Κλητική | ξεχείλισμα | ξεχειλίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →