ξεχειλίζω
•
- για υγρό που υπερβαίνει το στόμιο του δοχείου και τείνει να χυθεί προς τα έξω Βικιλεξικό
- για δοχείο που είναι υπερπλήρες από κάποιο υγρό Βικιλεξικό
- μεταβατικόγεμίζω μέχρι επάνω ένα δοχείο, ώστε το υγρό να αρχίσει να χύνεται Βικιλεξικό
- Έστριψε το μουστάκι του, ξεχείλισε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, το 'πιε μονορούφι. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
- μεταφορικάγια κάποιον ή κάτι που είναι υπερπλήρης από ένα συναίσθημα, διάθεση, χάρισμα κ.λπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχειλίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεχειλίζω < ξέχειλος + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχειλίζω | ξεχειλίζεις | ξεχειλίζει | ξεχειλίζουμε | ξεχειλίζετε | ξεχειλίζουν / ξεχειλίζουνε |
| Παρατατικός | ξεχείλιζα | ξεχείλιζες | ξεχείλιζε | ξεχειλίζαμε | ξεχειλίζατε | ξεχείλιζαν / ξεχειλίζαν / ξεχειλίζανε |
| Αόριστος | ξεχείλισα | ξεχείλισες | ξεχείλισε | ξεχειλίσαμε | ξεχειλίσατε | ξεχείλισαν / ξεχειλίσαν / ξεχειλίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχειλίζω / θα ξεχειλίσω | θα ξεχειλίζεις / θα ξεχειλίσεις | θα ξεχειλίζει / θα ξεχειλίσει | θα ξεχειλίζουμε / θα ξεχειλίσουμε | θα ξεχειλίζετε / θα ξεχειλίσετε | θα ξεχειλίζουν / θα ξεχειλίζουνε / θα ξεχειλίσουν / θα ξεχειλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχειλίσει | έχεις ξεχειλίσει | έχει ξεχειλίσει | έχουμε ξεχειλίσει | έχετε ξεχειλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχειλίσει | είχες ξεχειλίσει | είχε ξεχειλίσει | είχαμε ξεχειλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχειλίσει / να ξεχειλίζω / να ξεχειλίσω | να έχεις ξεχειλίσει / να ξεχειλίζεις / να ξεχειλίσεις | να έχει ξεχειλίσει / να ξεχειλίζει / να ξεχειλίσει | να έχουμε ξεχειλίσει / να ξεχειλίζουμε / να ξεχειλίσουμε | να έχετε ξεχειλίσει / να ξεχειλίζετε / να ξεχειλίσετε | να ξεχειλίζουν / να ξεχειλίζουνε / να ξεχειλίσουν / να ξεχειλίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχείλιζε / ξεχείλισε | — | — | ξεχειλίζετε / ξεχειλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →