Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεχειλίζω

/kse.çiˈli.zo/ρήμα
•
  1. για υγρό που υπερβαίνει το στόμιο του δοχείου και τείνει να χυθεί προς τα έξω Βικιλεξικό
  2. για δοχείο που είναι υπερπλήρες από κάποιο υγρό Βικιλεξικό
  3. μεταβατικόγεμίζω μέχρι επάνω ένα δοχείο, ώστε το υγρό να αρχίσει να χύνεται Βικιλεξικό
    • Έστριψε το μουστάκι του, ξεχείλισε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, το 'πιε μονορούφι. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)
  4. μεταφορικάγια κάποιον ή κάτι που είναι υπερπλήρης από ένα συναίσθημα, διάθεση, χάρισμα κ.λπ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεχειλίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεχειλίζω < ξέχειλος + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεχειλίζωξεχειλίζειςξεχειλίζειξεχειλίζουμεξεχειλίζετεξεχειλίζουν / ξεχειλίζουνε
Παρατατικόςξεχείλιζαξεχείλιζεςξεχείλιζεξεχειλίζαμεξεχειλίζατεξεχείλιζαν / ξεχειλίζαν / ξεχειλίζανε
Αόριστοςξεχείλισαξεχείλισεςξεχείλισεξεχειλίσαμεξεχειλίσατεξεχείλισαν / ξεχειλίσαν / ξεχειλίσανε
Μέλλονταςθα ξεχειλίζω / θα ξεχειλίσωθα ξεχειλίζεις / θα ξεχειλίσειςθα ξεχειλίζει / θα ξεχειλίσειθα ξεχειλίζουμε / θα ξεχειλίσουμεθα ξεχειλίζετε / θα ξεχειλίσετεθα ξεχειλίζουν / θα ξεχειλίζουνε / θα ξεχειλίσουν / θα ξεχειλίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεχειλίσειέχεις ξεχειλίσειέχει ξεχειλίσειέχουμε ξεχειλίσειέχετε ξεχειλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεχειλίσειείχες ξεχειλίσειείχε ξεχειλίσειείχαμε ξεχειλίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεχειλίσει / να ξεχειλίζω / να ξεχειλίσωνα έχεις ξεχειλίσει / να ξεχειλίζεις / να ξεχειλίσειςνα έχει ξεχειλίσει / να ξεχειλίζει / να ξεχειλίσεινα έχουμε ξεχειλίσει / να ξεχειλίζουμε / να ξεχειλίσουμενα έχετε ξεχειλίσει / να ξεχειλίζετε / να ξεχειλίσετενα ξεχειλίζουν / να ξεχειλίζουνε / να ξεχειλίσουν / να ξεχειλίσουνε
Προστακτική—ξεχείλιζε / ξεχείλισε——ξεχειλίζετε / ξεχειλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →