ξεχειλωμένος
•
- ιστός ή ύφασμα που έχει χάσει την ελαστικότητά του επειδή έχει τεντωθεί υπερβολικά και που δεν επανέρχεται πλέον στο παλιό του σχήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχειλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξεχειλώνω
Άλλοι τύποι
ξεχειλωμέναξεχειλωμένεξεχειλωμένεςξεχειλωμένηξεχειλωμένηςξεχειλωμένοξεχειλωμένοιξεχειλωμένοςξεχειλωμένουξεχειλωμένουςξεχειλωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →