ξεχνιέμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ξεχνάω / ξεχνώ Βικιλεξικό
- Το σκάνδαλο ξεχάστηκε αμέσως γιατί ξέσπασαν άλλα μεγαλύτερα
- Το πρώτο τόνομα γλήγορα ξεχάστηκε, κι απόμεινε μονάχα σε βιβλία και σ' έγγραφα. Το δεύτερο έμεινε και θα μείνη, εξόν αν άλλες φυλές και γλώσσες μας το ιεροσυλήσουν κι αυτό, και κάμουν ό,τι μια Τουρκιά δε δυνήθηκε (Αργύρης Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης)
- παθητική φωνή του ρήματος ξεχνάω / ξεχνώ Βικιλεξικό
- Ο βασιλιάς όμως, βυθισμένος στις σκέψεις του, προσπαθώντας να βρει τρόπο να αντιμετωπίσει τους Βίκινγκς, ξεχάστηκε εντελώς. Φυσικά το καρβέλι έγινε κάρβουνο και, όταν επέστρεψε η γυναίκα, κουρασμένη και πεινασμένη, έβαλε τις φωνές στον Αλφρέδο, ο οποίος, μετανιωμένος και λυπημένος, της ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη. (Σαραντίτη Ελένη, Οι άνθρωποι του Βορρά: Βίκινγκς - η ιστορία τους, εκδ. Πατάκη, 2026)
- ...μα ξαναγύριζε πάλι να πάρη κάποιον ακόμα, που ξεχάστηκε μέσα στα δάκρια, κι αφού τον έπαιρνε κι αυτόν ξεκινούσε γλυστρώντας αγάλι' αγάλια στην αρχή στα κυματάκια της θάλασσας... (Μήτσος Χατζόπουλος, Οι Κληρωτοί, στο Ντόπιες Ζωγραφιές 1897)
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
ξεχάστηκαξεχασμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →