ξεχολεριάζω
•
- παρωχημένοθεραπεύομαι από χολέρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχολεριάζω < ξε- + χολεριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχολεριάζω | ξεχολεριάζεις | ξεχολεριάζει | ξεχολεριάζουμε | ξεχολεριάζετε | ξεχολεριάζουν / ξεχολεριάζουνε |
| Παρατατικός | ξεχολέριαζα | ξεχολέριαζες | ξεχολέριαζε | ξεχολεριάζαμε | ξεχολεριάζατε | ξεχολέριαζαν / ξεχολεριάζαν / ξεχολεριάζανε |
| Αόριστος | ξεχολέριασα | ξεχολέριασες | ξεχολέριασε | ξεχολεριάσαμε | ξεχολεριάσατε | ξεχολέριασαν / ξεχολεριάσαν / ξεχολεριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχολεριάζω / θα ξεχολεριάσω | θα ξεχολεριάζεις / θα ξεχολεριάσεις | θα ξεχολεριάζει / θα ξεχολεριάσει | θα ξεχολεριάζουμε / θα ξεχολεριάσουμε | θα ξεχολεριάζετε / θα ξεχολεριάσετε | θα ξεχολεριάζουν / θα ξεχολεριάζουνε / θα ξεχολεριάσουν / θα ξεχολεριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχολεριάσει | έχεις ξεχολεριάσει | έχει ξεχολεριάσει | έχουμε ξεχολεριάσει | έχετε ξεχολεριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχολεριάσει | είχες ξεχολεριάσει | είχε ξεχολεριάσει | είχαμε ξεχολεριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχολεριάσει / να ξεχολεριάζω / να ξεχολεριάσω | να έχεις ξεχολεριάσει / να ξεχολεριάζεις / να ξεχολεριάσεις | να έχει ξεχολεριάσει / να ξεχολεριάζει / να ξεχολεριάσει | να έχουμε ξεχολεριάσει / να ξεχολεριάζουμε / να ξεχολεριάσουμε | να έχετε ξεχολεριάσει / να ξεχολεριάζετε / να ξεχολεριάσετε | να ξεχολεριάζουν / να ξεχολεριάζουνε / να ξεχολεριάσουν / να ξεχολεριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχολέριαζε / ξεχολέριασε | — | — | ξεχολεριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξεχολεριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →