ξεχρεώνω
•
- εξοφλώ χρέη (ξεχρεώνω εγώ) Βικιλεξικό
- διαγράφω ένα αντικείμενο ή μια εργασία που είχα αναθέσει σε κάποιον είτε επειδή την ολοκλήρωσε είτε επειδή τη χρεώνω σε άλλον Βικιλεξικό
- διαγράφω χρέος που είχε κάποιος σε εμένα (τον ξεχρεώνω) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεχρεώνω < ξε + χρεώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεχρεώνω | ξεχρεώνεις | ξεχρεώνει | ξεχρεώνουμε | ξεχρεώνετε | ξεχρεώνουν / ξεχρεώνουνε |
| Παρατατικός | ξεχρέωνα | ξεχρέωνες | ξεχρέωνε | ξεχρεώναμε | ξεχρεώνατε | ξεχρέωναν / ξεχρεώναν / ξεχρεώνανε |
| Αόριστος | ξεχρέωσα | ξεχρέωσες | ξεχρέωσε | ξεχρεώσαμε | ξεχρεώσατε | ξεχρέωσαν / ξεχρεώσαν / ξεχρεώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεχρεώνω / θα ξεχρεώσω | θα ξεχρεώνεις / θα ξεχρεώσεις | θα ξεχρεώνει / θα ξεχρεώσει | θα ξεχρεώνουμε / θα ξεχρεώσουμε | θα ξεχρεώνετε / θα ξεχρεώσετε | θα ξεχρεώνουν / θα ξεχρεώνουνε / θα ξεχρεώσουν / θα ξεχρεώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεχρεώσει | έχεις ξεχρεώσει | έχει ξεχρεώσει | έχουμε ξεχρεώσει | έχετε ξεχρεώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεχρεώσει | είχες ξεχρεώσει | είχε ξεχρεώσει | είχαμε ξεχρεώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεχρεώσει / να ξεχρεώνω / να ξεχρεώσω | να έχεις ξεχρεώσει / να ξεχρεώνεις / να ξεχρεώσεις | να έχει ξεχρεώσει / να ξεχρεώνει / να ξεχρεώσει | να έχουμε ξεχρεώσει / να ξεχρεώνουμε / να ξεχρεώσουμε | να έχετε ξεχρεώσει / να ξεχρεώνετε / να ξεχρεώσετε | να ξεχρεώνουν / να ξεχρεώνουνε / να ξεχρεώσουν / να ξεχρεώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεχρέωνε / ξεχρέωσε | — | — | ξεχρεώνετε / ξεχρεώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →