Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεχωριστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που ξεχωρίζει, συνήθως με τη θετική έννοια, ο διαλεχτός, ο διακεκριμένος Βικιλεξικό
  2. ο ιδιαίτερος, αυτός που έχει κάτι σημαντικό και διαφέρει από τους άλλους σε κάτι καλό Βικιλεξικό
    • ο Κωστάκης είναι ξεχωριστό παιδί
  3. ο πολύ καλός Βικιλεξικό
    • η Μαρία είναι ξεχωριστή μαθήτρια
  4. ο χωριστός από τους άλλους (π.χ. ξεχωριστό κεφάλαιο, ξεχωριστή σελίδα) αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται συνήθως το "χωριστός, χωριστή, χωριστό" Βικιλεξικό
    • αυτό το θέμα θα μελετηθεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο

Ετυμολογία

ξεχωριστός < ξεχωρίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεχωριστόςξεχωριστήξεχωριστό
Γενικήξεχωριστούξεχωριστήςξεχωριστού
Αιτιατικήξεχωριστόξεχωριστήξεχωριστό
Κλητικήξεχωριστέξεχωριστήξεχωριστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξεχωριστοίξεχωριστέςξεχωριστά
Γενικήξεχωριστώνξεχωριστώνξεχωριστών
Αιτιατικήξεχωριστούςξεχωριστέςξεχωριστά
Κλητικήξεχωριστοίξεχωριστέςξεχωριστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →