ξεψαχνίζω
•
- σκαλίζω και αφαιρώ ό,τι δεν θέλω από το κρέας και ψάχνω να βρω το ψαχνό, χωρίς κόκαλα και λίπος (είτε για να το μαγειρέψω είτε για να φάω το εκλεκτό κομμάτι μετά το μαγείρεμα) Βικιλεξικό
- κάνω επισταμένη και εις βάθος έρευνα για κάτι, ρωτώ επίμονα μέχρι να βρω την πληροφορία που γυρεύω Βικιλεξικό
- παρωχημένοκλέβω το πορτοφόλι κάποιου ή του παίρνω τα λεφτά εκμεταλλευόμενός τον έντεχνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεψαχνίζω < ξε + ψαχνό + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεψαχνίζω | ξεψαχνίζεις | ξεψαχνίζει | ξεψαχνίζουμε | ξεψαχνίζετε | ξεψαχνίζουν / ξεψαχνίζουνε |
| Παρατατικός | ξεψάχνιζα | ξεψάχνιζες | ξεψάχνιζε | ξεψαχνίζαμε | ξεψαχνίζατε | ξεψάχνιζαν / ξεψαχνίζαν / ξεψαχνίζανε |
| Αόριστος | ξεψάχνισα | ξεψάχνισες | ξεψάχνισε | ξεψαχνίσαμε | ξεψαχνίσατε | ξεψάχνισαν / ξεψαχνίσαν / ξεψαχνίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεψαχνίζω / θα ξεψαχνίσω | θα ξεψαχνίζεις / θα ξεψαχνίσεις | θα ξεψαχνίζει / θα ξεψαχνίσει | θα ξεψαχνίζουμε / θα ξεψαχνίσουμε | θα ξεψαχνίζετε / θα ξεψαχνίσετε | θα ξεψαχνίζουν / θα ξεψαχνίζουνε / θα ξεψαχνίσουν / θα ξεψαχνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεψαχνίσει | έχεις ξεψαχνίσει | έχει ξεψαχνίσει | έχουμε ξεψαχνίσει | έχετε ξεψαχνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεψαχνίσει | είχες ξεψαχνίσει | είχε ξεψαχνίσει | είχαμε ξεψαχνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεψαχνίσει / να ξεψαχνίζω / να ξεψαχνίσω | να έχεις ξεψαχνίσει / να ξεψαχνίζεις / να ξεψαχνίσεις | να έχει ξεψαχνίσει / να ξεψαχνίζει / να ξεψαχνίσει | να έχουμε ξεψαχνίσει / να ξεψαχνίζουμε / να ξεψαχνίσουμε | να έχετε ξεψαχνίσει / να ξεψαχνίζετε / να ξεψαχνίσετε | να ξεψαχνίζουν / να ξεψαχνίζουνε / να ξεψαχνίσουν / να ξεψαχνίσουνε |
| Προστακτική | — | ξεψάχνιζε / ξεψάχνισε | — | — | ξεψαχνίζετε / ξεψαχνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →