ξεψείρισμα
•
- το καθάρισμα του κεφαλιού ενός ανθρώπου ή του τριχώματος ενός ζώου από τις ψείρες Βικιλεξικό
- Το ξεψείρισμα θα μας πάρει πάνω από μία ώρα κιάντε πάλι σε 2 μέρες τα ίδια. Στο' χα πει εγώ να τα κόψεις τα μαλλιά σου, αλλά ποιός μ' ακούει εμένα;
- κατ’ επέκτασηη ενασχόληση με λεπτομέρειες στην επιμέλεια κειμένου, λογαριασμών ή γενικά στη διάρκεια έρευνας Βικιλεξικό
- Αμάν πια με το ξεψείρισμα των μονόστηλων. Κλείνουν οι αθλητικές σελίδες κι εσύ χρωστάς τρία κείμενα. Σε περιοδικό νομίζεις ότι δουλεύεις;
Ετυμολογία
ξεψείρισμα < ξεψειρίζω και ξεψειριάζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξεψείρισμα | ξεψειρίσματα |
| Γενική | ξεψειρίσματος | ξεψειρισμάτων |
| Αιτιατική | ξεψείρισμα | ξεψειρίσματα |
| Κλητική | ξεψείρισμα | ξεψειρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →