Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεψείρισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το καθάρισμα του κεφαλιού ενός ανθρώπου ή του τριχώματος ενός ζώου από τις ψείρες Βικιλεξικό
    • Το ξεψείρισμα θα μας πάρει πάνω από μία ώρα κιάντε πάλι σε 2 μέρες τα ίδια. Στο' χα πει εγώ να τα κόψεις τα μαλλιά σου, αλλά ποιός μ' ακούει εμένα;
  2. κατ’ επέκτασηη ενασχόληση με λεπτομέρειες στην επιμέλεια κειμένου, λογαριασμών ή γενικά στη διάρκεια έρευνας Βικιλεξικό
    • Αμάν πια με το ξεψείρισμα των μονόστηλων. Κλείνουν οι αθλητικές σελίδες κι εσύ χρωστάς τρία κείμενα. Σε περιοδικό νομίζεις ότι δουλεύεις;

Ετυμολογία

ξεψείρισμα < ξεψειρίζω και ξεψειριάζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξεψείρισμαξεψειρίσματα
Γενικήξεψειρίσματοςξεψειρισμάτων
Αιτιατικήξεψείρισμαξεψειρίσματα
Κλητικήξεψείρισμαξεψειρίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →