ξεψυχισμένος
•
- νεκρός Βικιλεξικό
- Κάτου 'ς τα Σάλονα, ξεψυχισμένος - Ο εχθρός εφώλιασε μακρά απεδώ - Ξύπνα, Λαμπέτη μου, κι' αποσταμένος - Θέλω 'ς το μνήμα μου να πάω κ' εγώ.» (Αστραπόγιαννος-Λαμπέτης, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
- ξέπνοος, άτονος Βικιλεξικό
- Μιλούσε με ξεψυχισμένη φωνή
- πολύ κουρασμένος Βικιλεξικό
- 'Ηρθε ξεψυχισμένη μετά την τόση ανηφόρα και έκατσε να ανασάνει...
Ετυμολογία
ξεψυχισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ξεψυχώ
Άλλοι τύποι
ξεψυχισμέναξεψυχισμένεξεψυχισμένεςξεψυχισμένηξεψυχισμένηςξεψυχισμένοξεψυχισμένοιξεψυχισμένοςξεψυχισμένουξεψυχισμένουςξεψυχισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →