ξεϋφαίνω
•
- αφαιρώ την ύφανση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεϋφαίνω < ξε- + υφαίνω < αρχαία ελληνική ὑφαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεϋφαίνω | ξεϋφαίνεις | ξεϋφαίνει | ξεϋφαίνουμε | ξεϋφαίνετε | ξεϋφαίνουν / ξεϋφαίνουνε |
| Παρατατικός | ξεΰφαινα | ξεΰφαινες | ξεΰφαινε | ξεϋφαίναμε | ξεϋφαίνατε | ξεΰφαιναν / ξεϋφαίναν / ξεϋφαίνανε |
| Αόριστος | ξεΰφανα | ξεΰφανες | ξεΰφανε | ξεϋφάναμε | ξεϋφάνατε | ξεΰφαναν / ξεϋφάναν / ξεϋφάνανε |
| Μέλλοντας | θα ξεϋφάνω / θα ξεϋφαίνω | θα ξεϋφάνεις / θα ξεϋφαίνεις | θα ξεϋφάνει / θα ξεϋφαίνει | θα ξεϋφάνουμε / θα ξεϋφαίνουμε | θα ξεϋφάνετε / θα ξεϋφαίνετε | θα ξεϋφάνουν / θα ξεϋφάνουνε / θα ξεϋφαίνουν / θα ξεϋφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεϋφάνει | έχεις ξεϋφάνει | έχει ξεϋφάνει | έχουμε ξεϋφάνει | έχετε ξεϋφάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεϋφάνει | είχες ξεϋφάνει | είχε ξεϋφάνει | είχαμε ξεϋφάνει | είχατε ξεϋφάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεϋφάνει / να ξεϋφάνω / να ξεϋφαίνω | να έχεις ξεϋφάνει / να ξεϋφάνεις / να ξεϋφαίνεις | να έχει ξεϋφάνει / να ξεϋφάνει / να ξεϋφαίνει | να έχουμε ξεϋφάνει / να ξεϋφάνουμε / να ξεϋφαίνουμε | να έχετε ξεϋφάνει / να ξεϋφάνετε / να ξεϋφαίνετε | να ξεϋφάνουν / να ξεϋφάνουνε / να ξεϋφαίνουν / να ξεϋφαίνουνε |
| Προστακτική | — | ξεΰφαινε / ξεΰφανε | — | — | ξεϋφάνετε / ξεϋφαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →