Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεϋφαίνω

/kse.iˈfe.no/ρήμα
•
  1. αφαιρώ την ύφανση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξεϋφαίνω < ξε- + υφαίνω < αρχαία ελληνική ὑφαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεϋφαίνωξεϋφαίνειςξεϋφαίνειξεϋφαίνουμεξεϋφαίνετεξεϋφαίνουν / ξεϋφαίνουνε
Παρατατικόςξεΰφαιναξεΰφαινεςξεΰφαινεξεϋφαίναμεξεϋφαίνατεξεΰφαιναν / ξεϋφαίναν / ξεϋφαίνανε
Αόριστοςξεΰφαναξεΰφανεςξεΰφανεξεϋφάναμεξεϋφάνατεξεΰφαναν / ξεϋφάναν / ξεϋφάνανε
Μέλλονταςθα ξεϋφάνω / θα ξεϋφαίνωθα ξεϋφάνεις / θα ξεϋφαίνειςθα ξεϋφάνει / θα ξεϋφαίνειθα ξεϋφάνουμε / θα ξεϋφαίνουμεθα ξεϋφάνετε / θα ξεϋφαίνετεθα ξεϋφάνουν / θα ξεϋφάνουνε / θα ξεϋφαίνουν / θα ξεϋφαίνουνε
Παρακείμενοςέχω ξεϋφάνειέχεις ξεϋφάνειέχει ξεϋφάνειέχουμε ξεϋφάνειέχετε ξεϋφάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεϋφάνειείχες ξεϋφάνειείχε ξεϋφάνειείχαμε ξεϋφάνειείχατε ξεϋφάνει—
Υποτακτικήνα έχω ξεϋφάνει / να ξεϋφάνω / να ξεϋφαίνωνα έχεις ξεϋφάνει / να ξεϋφάνεις / να ξεϋφαίνειςνα έχει ξεϋφάνει / να ξεϋφάνει / να ξεϋφαίνεινα έχουμε ξεϋφάνει / να ξεϋφάνουμε / να ξεϋφαίνουμενα έχετε ξεϋφάνει / να ξεϋφάνετε / να ξεϋφαίνετενα ξεϋφάνουν / να ξεϋφάνουνε / να ξεϋφαίνουν / να ξεϋφαίνουνε
Προστακτική—ξεΰφαινε / ξεΰφανε——ξεϋφάνετε / ξεϋφαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →