ξηλώνω
•
- αφαιρώ τις κλωστές που κρατούσαν συνδεδεμένα δύο υφάσματα ή δύο μέρη του ίδιου υφάσματος Βικιλεξικό
- αποσπώ από μία κατασκευή ένα τμήμα της Βικιλεξικό
- ανεπίσημοαπομακρύνω έναν αξιωματούχο από τη θέση του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξηλώνω < εξηλώνω < (ελληνιστική κοινή) ἐξηλόω < ἐξ + ἧλος (καρφί)
Άλλοι τύποι
ξήλωναξήλωσαξηλωμένοςξηλώνομαιξηλώσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →