ξημερώνομαι
•
- με βρίσκει (σε καλή κατάσταση) το ξημέρωμα Βικιλεξικό
- παραμένω ξάγρυπνος όλη νύχτα μέχρι το ξημέρωμα Βικιλεξικό
- έφαγα πολύ και έμεινα ξύπνια στη Τζια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξημερώνομαι: παθητική φωνή του ρήματος ξημερώνω < μεσαιωνική ελληνική ξημερώνω / εξημερώνω < εξ- + ημέρα + -ώνω < αρχαία ελληνική ἡμέρα < ἦμαρ (ημέρα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂eh₃mr̥ (ζέστη) < *h₂eh₃- (ζεσταίνομαι, καίω)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →