ξηροπήγαδο
•
- το πηγάδι που έχει στερέψει Βικιλεξικό
- και αφού λογχίσθηκαν ρίχτηκαν στο εκεί ευρισκόμενο ξηροπήγαδο, προς τον Ξηροπόταμο
- με κεφαλαίο τοπωνύμιο Βικιλεξικό
- Ξηροπήγαδο Αιτωολοακαρνανίας, Ξηροπήγαδο Αρκαδίας, Ξηροπήγαδο Ναυπάκτου κ.ά.
Ετυμολογία
ξηροπήγαδο < ξηρό και πηγάδι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξηροπήγαδο | ξηροπήγαδα |
| Γενική | ξηροπήγαδου | ξηροπήγαδων |
| Αιτιατική | ξηροπήγαδο | ξηροπήγαδα |
| Κλητική | ξηροπήγαδο | ξηροπήγαδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →