ξηροστομία
•
- σύμπτωμα ασθένειας ή γενικά προβλήματος υγείας, κατά το οποίο στεγνώνει το στόμα και το άτομο δεν έχει ή αισθάνεται να μην έχει επαρκή σίελο στο στόμα του Βικιλεξικό
- Μερικά σκευάσματα προκαλούν ξηροστομία ως παρενέργεια
- Η κετοξέωση συνήθως έρχεται σιγά-σιγά, αλλά όταν υπάρχει εμετός επέρχεται σε λίγες ώρες. Τα πρώτα συμπτώματα είναι η δίψα, ξηροστομία, συχνοουρία, συνήθως υψηλό ζάχαρο και υψηλά επίπεδα κετόνης στα ούρα (Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Σακχαρώδης διαβήτης, εκδ. Vipafarm, 2001, σελ. 123)
Ετυμολογία
ξηροστομία < ξηρός + στόμα + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξηροστομία | ξηροστομίες |
| Γενική | ξηροστομίας | ξηροστομιών |
| Αιτιατική | ξηροστομία | ξηροστομίες |
| Κλητική | ξηροστομία | ξηροστομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →