ξιδάτος
•
- που διατηρείται σε ξίδι ή παρασκευάζεται μ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξιδάτος < ξίδι + -άτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξιδάτος | ξιδάτη | ξιδάτο |
| Γενική | ξιδάτου | ξιδάτης | ξιδάτου |
| Αιτιατική | ξιδάτο | ξιδάτη | ξιδάτο |
| Κλητική | ξιδάτε | ξιδάτη | ξιδάτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξιδάτοι | ξιδάτες | ξιδάτα |
| Γενική | ξιδάτων | ξιδάτων | ξιδάτων |
| Αιτιατική | ξιδάτους | ξιδάτες | ξιδάτα |
| Κλητική | ξιδάτοι | ξιδάτες | ξιδάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →