Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξιδάτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διατηρείται σε ξίδι ή παρασκευάζεται μ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξιδάτος < ξίδι + -άτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξιδάτοςξιδάτηξιδάτο
Γενικήξιδάτουξιδάτηςξιδάτου
Αιτιατικήξιδάτοξιδάτηξιδάτο
Κλητικήξιδάτεξιδάτηξιδάτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξιδάτοιξιδάτεςξιδάτα
Γενικήξιδάτωνξιδάτωνξιδάτων
Αιτιατικήξιδάτουςξιδάτεςξιδάτα
Κλητικήξιδάτοιξιδάτεςξιδάτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →