ξιδιάζω
•
- προσθέτω ξίδι Βικιλεξικό
- για κρασίαλλοιώνομαι, αποκτώ ξινή γεύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξιδιάζω < ξίδι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξιδιάζω | ξιδιάζεις | ξιδιάζει | ξιδιάζουμε | ξιδιάζετε | ξιδιάζουν / ξιδιάζουνε |
| Παρατατικός | ξίδιαζα | ξίδιαζες | ξίδιαζε | ξιδιάζαμε | ξιδιάζατε | ξίδιαζαν / ξιδιάζαν / ξιδιάζανε |
| Αόριστος | ξίδιασα | ξίδιασες | ξίδιασε | ξιδιάσαμε | ξιδιάσατε | ξίδιασαν / ξιδιάσαν / ξιδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξιδιάζω / θα ξιδιάσω | θα ξιδιάζεις / θα ξιδιάσεις | θα ξιδιάζει / θα ξιδιάσει | θα ξιδιάζουμε / θα ξιδιάσουμε | θα ξιδιάζετε / θα ξιδιάσετε | θα ξιδιάζουν / θα ξιδιάζουνε / θα ξιδιάσουν / θα ξιδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξιδιάσει | έχεις ξιδιάσει | έχει ξιδιάσει | έχουμε ξιδιάσει | έχετε ξιδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξιδιάσει | είχες ξιδιάσει | είχε ξιδιάσει | είχαμε ξιδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξιδιάσει / να ξιδιάζω / να ξιδιάσω | να έχεις ξιδιάσει / να ξιδιάζεις / να ξιδιάσεις | να έχει ξιδιάσει / να ξιδιάζει / να ξιδιάσει | να έχουμε ξιδιάσει / να ξιδιάζουμε / να ξιδιάσουμε | να έχετε ξιδιάσει / να ξιδιάζετε / να ξιδιάσετε | να ξιδιάζουν / να ξιδιάζουνε / να ξιδιάσουν / να ξιδιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξίδιαζε / ξίδιασε | — | — | ξιδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξιδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →