ξινίζω
•
- για τρόφιμο ή ποτόέχει ξινή γεύση ή έχει χαλάσει, έχει αλλοιωθεί Βικιλεξικό
- Ξύνισε το γάλα
- μεταβατικόκάνω τη γεύση ξινή Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδυσαρεστούμαι και το δείχνω, δεν κρύβω την δυσαρέσκειά μου, εκφράζεται στο πρόσωπο ή στη συμπεριφορά μου, γίνομαι με τη σειρά μου δυσάρεστος Βικιλεξικό
- Του ζήτησα δυο μέρες άδεια από τις 15 που δικαιούμαι και ξίνισε ο γρουσούζης
Ετυμολογία
ξινίζω < ξινός + -ίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →