Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξινίζω

ρήμα
•
  1. για τρόφιμο ή ποτόέχει ξινή γεύση ή έχει χαλάσει, έχει αλλοιωθεί Βικιλεξικό
    • Ξύνισε το γάλα
  2. μεταβατικόκάνω τη γεύση ξινή Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηδυσαρεστούμαι και το δείχνω, δεν κρύβω την δυσαρέσκειά μου, εκφράζεται στο πρόσωπο ή στη συμπεριφορά μου, γίνομαι με τη σειρά μου δυσάρεστος Βικιλεξικό
    • Του ζήτησα δυο μέρες άδεια από τις 15 που δικαιούμαι και ξίνισε ο γρουσούζης

Ετυμολογία

ξινίζω < ξινός + -ίζω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →