Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξινομούνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. Η ξινή γυναίκα, η στριμμένη, η ξινόφατσα. Βικιλεξικό
    • Πφ! Μην περιμένεις να σου πει καλό λόγο η ξινομούνα! Απ' το πρωί που μπήκε, όλα της φταίνε...

Ετυμολογία

ξινομούνα < ξινό + μουνί

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξινομούναξινομούνες
Γενικήξινομούνας—
Αιτιατικήξινομούναξινομούνες
Κλητικήξινομούναξινομούνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →