ξινομούνα
•
- Η ξινή γυναίκα, η στριμμένη, η ξινόφατσα. Βικιλεξικό
- Πφ! Μην περιμένεις να σου πει καλό λόγο η ξινομούνα! Απ' το πρωί που μπήκε, όλα της φταίνε...
Ετυμολογία
ξινομούνα < ξινό + μουνί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξινομούνα | ξινομούνες |
| Γενική | ξινομούνας | — |
| Αιτιατική | ξινομούνα | ξινομούνες |
| Κλητική | ξινομούνα | ξινομούνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →