Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξιφομαχώ

ρήμα
•
  1. δίνω μάχη με ξίφος Βικιλεξικό
  2. αθλητισμόςασχολούμαι με το άθλημα της ξιφασκίας Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάδίνω με πάθος μάχη για κάτι Βικιλεξικό
  4. κατ’ επέκτασηπαίζω με κάτι που θυμίζει ξίφος Βικιλεξικό
    • ξιφομαχώ με μαχαιροπίρουνα, καρέκλες κ.λπ.

Ετυμολογία

ξιφομαχώ < ξίφ(ος) + -ο- + -μαχώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξιφομαχώξιφομαχείςξιφομαχείξιφομαχούμεξιφομαχείτεξιφομαχούν / ξιφομαχούνε
Παρατατικόςξιφομαχούσαξιφομαχούσεςξιφομαχούσεξιφομαχούσαμεξιφομαχούσατεξιφομαχούσαν / ξιφομαχούσανε
Αόριστοςξιφομάχησαξιφομάχησεςξιφομάχησεξιφομαχήσαμεξιφομαχήσατεξιφομάχησαν / ξιφομαχήσαν / ξιφομαχήσανε
Μέλλονταςθα ξιφομαχήσω / θα ξιφομαχώθα ξιφομαχήσεις / θα ξιφομαχείςθα ξιφομαχήσει / θα ξιφομαχείθα ξιφομαχήσουμε / θα ξιφομαχούμεθα ξιφομαχήσετε / θα ξιφομαχείτεθα ξιφομαχήσουν / θα ξιφομαχήσουνε / θα ξιφομαχούν / θα ξιφομαχούνε
Παρακείμενοςέχω ξιφομαχήσειέχεις ξιφομαχήσειέχει ξιφομαχήσειέχουμε ξιφομαχήσειέχετε ξιφομαχήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξιφομαχήσειείχες ξιφομαχήσειείχε ξιφομαχήσειείχαμε ξιφομαχήσει——
Υποτακτικήνα έχω ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσω / να ξιφομαχώνα έχεις ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσεις / να ξιφομαχείςνα έχει ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσει / να ξιφομαχείνα έχουμε ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσουμε / να ξιφομαχούμενα έχετε ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσετε / να ξιφομαχείτενα ξιφομαχήσουν / να ξιφομαχήσουνε / να ξιφομαχούν / να ξιφομαχούνε
Προστακτική—ξιφομάχει / ξιφομάχησε——ξιφομαχήστε / ξιφομαχείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →