ξιφομαχώ
•
- δίνω μάχη με ξίφος Βικιλεξικό
- αθλητισμόςασχολούμαι με το άθλημα της ξιφασκίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάδίνω με πάθος μάχη για κάτι Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπαίζω με κάτι που θυμίζει ξίφος Βικιλεξικό
- ξιφομαχώ με μαχαιροπίρουνα, καρέκλες κ.λπ.
Ετυμολογία
ξιφομαχώ < ξίφ(ος) + -ο- + -μαχώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξιφομαχώ | ξιφομαχείς | ξιφομαχεί | ξιφομαχούμε | ξιφομαχείτε | ξιφομαχούν / ξιφομαχούνε |
| Παρατατικός | ξιφομαχούσα | ξιφομαχούσες | ξιφομαχούσε | ξιφομαχούσαμε | ξιφομαχούσατε | ξιφομαχούσαν / ξιφομαχούσανε |
| Αόριστος | ξιφομάχησα | ξιφομάχησες | ξιφομάχησε | ξιφομαχήσαμε | ξιφομαχήσατε | ξιφομάχησαν / ξιφομαχήσαν / ξιφομαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα ξιφομαχήσω / θα ξιφομαχώ | θα ξιφομαχήσεις / θα ξιφομαχείς | θα ξιφομαχήσει / θα ξιφομαχεί | θα ξιφομαχήσουμε / θα ξιφομαχούμε | θα ξιφομαχήσετε / θα ξιφομαχείτε | θα ξιφομαχήσουν / θα ξιφομαχήσουνε / θα ξιφομαχούν / θα ξιφομαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξιφομαχήσει | έχεις ξιφομαχήσει | έχει ξιφομαχήσει | έχουμε ξιφομαχήσει | έχετε ξιφομαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξιφομαχήσει | είχες ξιφομαχήσει | είχε ξιφομαχήσει | είχαμε ξιφομαχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσω / να ξιφομαχώ | να έχεις ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσεις / να ξιφομαχείς | να έχει ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσει / να ξιφομαχεί | να έχουμε ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσουμε / να ξιφομαχούμε | να έχετε ξιφομαχήσει / να ξιφομαχήσετε / να ξιφομαχείτε | να ξιφομαχήσουν / να ξιφομαχήσουνε / να ξιφομαχούν / να ξιφομαχούνε |
| Προστακτική | — | ξιφομάχει / ξιφομάχησε | — | — | ξιφομαχήστε / ξιφομαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →