Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξιφουλκώ

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάτραβάω το ξίφος από τη θέση του, απειλώ Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάλογομαχώ, διαπληκτίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξιφουλκώ < ελληνιστική κοινή ξιφουλκέω / ξιφουλκῶ < αρχαία ελληνική ξιφουλκός < ξῐ́φος + ἕλκω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική tirer l’épée)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξιφουλκώξιφουλκείςξιφουλκείξιφουλκούμεξιφουλκείτεξιφουλκούν / ξιφουλκούνε
Παρατατικόςξιφουλκούσαξιφουλκούσεςξιφουλκούσεξιφουλκούσαμεξιφουλκούσατεξιφουλκούσαν / ξιφουλκούσανε
Αόριστοςξιφούλκησαξιφούλκησεςξιφούλκησεξιφουλκήσαμεξιφουλκήσατεξιφουλκήσαν / ξιφουλκήσανε / ξιφούλκησαν
Μέλλονταςθα ξιφουλκήσω / θα ξιφουλκώθα ξιφουλκήσεις / θα ξιφουλκείςθα ξιφουλκήσει / θα ξιφουλκείθα ξιφουλκήσουμε / θα ξιφουλκούμεθα ξιφουλκήσετε / θα ξιφουλκείτεθα ξιφουλκήσουν / θα ξιφουλκήσουνε / θα ξιφουλκούν / θα ξιφουλκούνε
Παρακείμενοςέχω ξιφουλκήσειέχεις ξιφουλκήσειέχει ξιφουλκήσειέχουμε ξιφουλκήσειέχετε ξιφουλκήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξιφουλκήσειείχες ξιφουλκήσειείχε ξιφουλκήσειείχαμε ξιφουλκήσει——
Υποτακτικήνα έχω ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσω / να ξιφουλκώνα έχεις ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσεις / να ξιφουλκείςνα έχει ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσει / να ξιφουλκείνα έχουμε ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσουμε / να ξιφουλκούμενα έχετε ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσετε / να ξιφουλκείτενα ξιφουλκήσουν / να ξιφουλκήσουνε / να ξιφουλκούν / να ξιφουλκούνε
Προστακτική—ξιφούλκει / ξιφούλκησε——ξιφουλκήστε / ξιφουλκείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →