ξιφουλκώ
•
- κυριολεκτικάτραβάω το ξίφος από τη θέση του, απειλώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάλογομαχώ, διαπληκτίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξιφουλκώ < ελληνιστική κοινή ξιφουλκέω / ξιφουλκῶ < αρχαία ελληνική ξιφουλκός < ξῐ́φος + ἕλκω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική tirer l’épée)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξιφουλκώ | ξιφουλκείς | ξιφουλκεί | ξιφουλκούμε | ξιφουλκείτε | ξιφουλκούν / ξιφουλκούνε |
| Παρατατικός | ξιφουλκούσα | ξιφουλκούσες | ξιφουλκούσε | ξιφουλκούσαμε | ξιφουλκούσατε | ξιφουλκούσαν / ξιφουλκούσανε |
| Αόριστος | ξιφούλκησα | ξιφούλκησες | ξιφούλκησε | ξιφουλκήσαμε | ξιφουλκήσατε | ξιφουλκήσαν / ξιφουλκήσανε / ξιφούλκησαν |
| Μέλλοντας | θα ξιφουλκήσω / θα ξιφουλκώ | θα ξιφουλκήσεις / θα ξιφουλκείς | θα ξιφουλκήσει / θα ξιφουλκεί | θα ξιφουλκήσουμε / θα ξιφουλκούμε | θα ξιφουλκήσετε / θα ξιφουλκείτε | θα ξιφουλκήσουν / θα ξιφουλκήσουνε / θα ξιφουλκούν / θα ξιφουλκούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξιφουλκήσει | έχεις ξιφουλκήσει | έχει ξιφουλκήσει | έχουμε ξιφουλκήσει | έχετε ξιφουλκήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξιφουλκήσει | είχες ξιφουλκήσει | είχε ξιφουλκήσει | είχαμε ξιφουλκήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσω / να ξιφουλκώ | να έχεις ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσεις / να ξιφουλκείς | να έχει ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσει / να ξιφουλκεί | να έχουμε ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσουμε / να ξιφουλκούμε | να έχετε ξιφουλκήσει / να ξιφουλκήσετε / να ξιφουλκείτε | να ξιφουλκήσουν / να ξιφουλκήσουνε / να ξιφουλκούν / να ξιφουλκούνε |
| Προστακτική | — | ξιφούλκει / ξιφούλκησε | — | — | ξιφουλκήστε / ξιφουλκείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →