Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ρουμελιώτικη διάλεκτοςχρυσό, με την έννοια του αγαπημένου ή αγαπητού Βικιλεξικό
    • Τι κάν'ς ξο μ'! Πώς είσι; (= Τι κάνεις χρυσό μου! Πώς είσαι;)

Ετυμολογία

ξο < χρυσό

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →