ξο
•
- ρουμελιώτικη διάλεκτοςχρυσό, με την έννοια του αγαπημένου ή αγαπητού Βικιλεξικό
- Τι κάν'ς ξο μ'! Πώς είσι; (= Τι κάνεις χρυσό μου! Πώς είσαι;)
Ετυμολογία
ξο < χρυσό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ξο < χρυσό
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →