ξοδεύομαι
•
- αναλώνω χρήματα σε αγορές ή άλλους σκοπούς, συνήθως με την έννοια του υπερβολικού Βικιλεξικό
- "Μην ξοδεύεσαι, θα τα χρειαστείς αυτά τα λεφτά"
- αναλώνομαι, ξοδεύω τις δυνάμεις μου άσκοπα ή μάταια Βικιλεξικό
- Ξοδεύτηκα σε ιδεολογίες και διαδηλώσεις και τι κέρδισα;
- Πήγε χαράμι αυτό το παιδί. Ξοδεύτηκε στα ναρκωτικά
Ετυμολογία
ξοδεύομαι, παθητική φωνή του ρήματος ξοδεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →