ξοπίσω
•
- λαϊκότροποπίσω Βικιλεξικό
- Πάλι καινούργια κομένα ποδάρια... Και βλέπεις τώρα δεκανίκια και ν' ανεβαίνουν σκάλες, δυο - δυο, στον πηδηχτούλι, σα νάτανε παιδάκια και νάπαιζαν μ' αυτό. Και συ να τύχεις τότε ν' ανεβαίνεις ξοπίσω, και στάλα - στάλα εκείνο το φοβερό παιχνίδι τους, να τύχεις να το παρακολουθάς. Και κάτω απ' το μπατζακλίκι, τ' άχρηστο κι' ανασηκωμένο με την παραμάνα, να νιώθεις ότι ακόμα τρέχουνε, νωπές ακόμα και δεν κλείσανε, οι τελευταίες χτεσινές πληγές. (Μέλπω Αξιώτη, Άπαντα, τομ. 3, 1980, σελ. 131)
Ετυμολογία
ξοπίσω < μεσαιωνική ελληνική ξοπίσω < αρχαία ελληνική ἐξοπίσω < ἐκ + ὀπίσω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →