Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξούρα

/ˈksu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποτο ξύρισμα Βικιλεξικό
    • έρριξε τις ξούρες του: ξυρίστηκε
    • κόντρα ξούρα (-ες): βαθύ ξύρισμα
  2. λαϊκότροποψέμα, τερατολογία (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
    • άσε τις ξούρες!: μη λές ψέματα!

Ετυμολογία

ξούρα < ξουρ(ίζω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός) : για τη μεταφορική σημασία < συσχετισμός με κουτσομπολιά σε κουρείο. Δείτε και το ελληνιστικό κουρεύς (κουτσομπόλης), το μεσαιωνικό τσουρουχία (< *ξύριχος) και το νεοελληνικό μούσι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξούραξούρες
Γενικήξούρας—
Αιτιατικήξούραξούρες
Κλητικήξούραξούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →