ξούρα
•
- λαϊκότροποτο ξύρισμα Βικιλεξικό
- έρριξε τις ξούρες του: ξυρίστηκε
- κόντρα ξούρα (-ες): βαθύ ξύρισμα
- λαϊκότροποψέμα, τερατολογία (συνήθως στον πληθυντικό) Βικιλεξικό
- άσε τις ξούρες!: μη λές ψέματα!
Ετυμολογία
ξούρα < ξουρ(ίζω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός) : για τη μεταφορική σημασία < συσχετισμός με κουτσομπολιά σε κουρείο. Δείτε και το ελληνιστικό κουρεύς (κουτσομπόλης), το μεσαιωνικό τσουρουχία (< *ξύριχος) και το νεοελληνικό μούσι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξούρα | ξούρες |
| Γενική | ξούρας | — |
| Αιτιατική | ξούρα | ξούρες |
| Κλητική | ξούρα | ξούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →