ξυλάδικο
•
- το ξυλουργείο Βικιλεξικό
- αποθήκη ξυλείας Βικιλεξικό
- κατάστημα πώλησης ξύλου, κάρβουνου, κ.α. ως καύσιμο υλικό Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: εμπορικό φορτηγό πλοίο μεταφοράς ξυλείας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλάδικο < ξύλ(ο) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλάδικο | ξυλάδικα |
| Γενική | ξυλάδικου | ξυλάδικων |
| Αιτιατική | ξυλάδικο | ξυλάδικα |
| Κλητική | ξυλάδικο | ξυλάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →