ξυλάκι
•
- σπάνιουποκοριστικό του: ξύλο Βικιλεξικό
- γενικότερααντικείμενο από μικρό κομμάτι ξύλο, μακρόστενο, για διάφορες χρήσεις όπως: Βικιλεξικό
- για σουβλάκι
- για βιομηχανοποιημένο τύπου παγωτό που έχει στην άκρη ένα ξυλάκι όπως το γλυφειτζούρι
- για κατανάλωση τροφών αντί για πιρούνι και μαχαίρι (αυτό απαιτεί δύο ξυλάκια)
Ετυμολογία
ξυλάκι < ξύλο + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλάκι | ξυλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ξυλάκι | ξυλάκια |
| Κλητική | ξυλάκι | ξυλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →