ξυλάρμενος
•
- ναυτικός όροςαυτός που πλέει στη θάλασσα με μαζεμένα τα πανιά Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο ακινητοποιημένο ιστιοφόρο, ή οποιοδήποτε πλοίο ή σκάφος, στη θάλασσα (εκτός αγκυροβολημένου ή προσδεμένου κάπου) Βικιλεξικό
- για πλοίο ή σκάφοςακυβέρνητο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάεγκαταλειμμένος από υποστήριξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλάρμενος < (ξύλο) ξυλ- + άρμεν(ο) + -ος (με τα άρμενα δεμένα στα ξύλα των καταρτιών)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλάρμενος | ξυλάρμενη | ξυλάρμενη / ξυλάρμενο / ξυλάρμενος |
| Γενική | ξυλάρμενου | ξυλάρμενης | ξυλάρμενου |
| Αιτιατική | ξυλάρμενο | ξυλάρμενη | ξυλάρμενο |
| Κλητική | ξυλάρμενε | ξυλάρμενη | ξυλάρμενο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλάρμενοι | ξυλάρμενες | ξυλάρμενα |
| Γενική | ξυλάρμενων | ξυλάρμενων | ξυλάρμενων |
| Αιτιατική | ξυλάρμενους | ξυλάρμενες | ξυλάρμενα |
| Κλητική | ξυλάρμενοι | ξυλάρμενες | ξυλάρμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →