Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξυλαποθήκη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. αποθήκη ξύλων, συνήθως σε στεγασμένο χώρο Βικιλεξικό
    • ἡ ἐπί τοῦ λιμένος ξυλαποθήκη του προμηθεύει πάντας τοὺς βυτοποιοὺς τῆς ̓Ανδεγαυΐας (Εστία, 1876, σελ. 11)
    • Μιά φορά, ἕνα νόμισμα χώθηκε στή χαραμάδα κάτω ἀπό τή σκάλα, στην ξυλαποθήκη. Ἐγὼ ξέχασα νά τό πῶ καί τό θυμήθηκα μόνο ὕστερα ἀπό μερικές μέρες, ὅταν βρῆκα τό εἰκοσαράκι στά ξύλα. (Παρνασσός, τόμος 1, τεύχη 1-8, 1956, σελ. 7)

Ετυμολογία

ξυλαποθήκη < μεσαιωνική ελληνική ξυλοαποθήκη. Μορφολογικά αναλύεται σε (ξύλο) ξυλ- + αποθήκη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξυλαποθήκηξυλαποθήκες
Γενικήξυλαποθήκηςξυλαποθηκών
Αιτιατικήξυλαποθήκηξυλαποθήκες
Κλητικήξυλαποθήκηξυλαποθήκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →