ξυλοτυπία
•
- τυπογραφίαη ξυλογραφία· η εγχάραξη στο ξύλο με σκοπό την εκτύπωση σε άλλο υλικό, συνήθως χαρτί Βικιλεξικό
- μία ξυλοτυπική εκτύπωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξυλοτυπία < ξύλο + -ο- + -τυπία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξυλοτυπία | ξυλοτυπίες |
| Γενική | ξυλοτυπίας | ξυλοτυπιών |
| Αιτιατική | ξυλοτυπία | ξυλοτυπίες |
| Κλητική | ξυλοτυπία | ξυλοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →